Μια φωτογραφία ίσον χίλιες λέξεις!!!
Επειδή ο καθένας μπορεί να γράφει ότι θέλει και να παρουσιάζει δήθεν διαλόγους χρησιμοποιώντας ονόματα αυθαίρετα και με περισσή θρασυδειλία , μαγειρεύοντας τα και φτιάχνοντας τα στα μέτρα του η απάντηση μου είναι :
Μία φωτογραφία ίσον χίλιες λέξεις! ...και ο ουρανός του Νικήτα κάθε άλλο παρά καθαρός είναι!

...συνεχίζεται!

H ενημέρωση αυτή έχει σταλεί και στο troktiko αλλά και σε πολλά άλλα ανάλογα blogs για να λάμψει η αλήθεια!
***Αυτό που θα δείτε και θα διαβάσετε είναι αυστηρώς ακατάλληλο όχι μόνο για ανηλίκους αλλά και για όσους αηδιάζουν στη θέα του ακραίως πρόστυχου! Αυτοί καλύτερα να αποφύγουν να ανοίξουν τα links!

11 Μαρτίου 2011

Τα δάκρυα των ονείρων


Καθόμουν στο παράθυρο… κοίταζα τους περαστικούς… άλλοι περνούσαν σκυφτοί… άλλοι ήταν νευρικοί… Το βλέμμα μου κεντρίστηκε από μια παρέα μικρών παιδιών που μέσα σε όλο αυτό το χάος δεν είχαν χάσει το γέλιο τους… έπαιζαν ανέμελα… Μαζί τους παρασύρθηκα και γω… άρχισα να γελώ δίχως λόγο… 
"Πόσο γλυκιά μπορεί να είναι η ζωή" αναρωτήθηκα…! 

Κατέβηκα βιαστικά και πλησίασα αυτή την συντροφιά…λες και ήθελα να «κλέψω» λίγο από αυτό το όνειρο. Ένα κοριτσάκι με πήρε απ’ το χέρι… δε με ήξερε και όμως με εμπιστεύθηκε… Η έκπληξη στο πρόσωπο μου ήταν φανερή όταν κατάλαβα πως με οδηγεί σε έναν γέρο που καθόταν μόνος σ’ένα παγκάκι. Το κοριτσάκι με άφησε και σαν αστραπή εξαφανίστηκε... επέστρεψε στο παιχνίδι του. 


Ο γέρος σαν με είδε κοντά του χαμογέλασε δειλά. 
«Πόσο δύσκολο είναι να μην κάνεις όνειρα?» μου είπε με βραχνή φωνή. 
«Μα είναι αδύνατον να μην κάνεις όνειρα…δε ζεις χωρίς όνειρα» βιάστηκα να απαντήσω. 
Τότε, μου αποκρίθηκε «και όμως πλέον…ελάχιστοι ονειρεύονται…τα όνειρα είναι για τους τρελούς». 
Και μια ιστορία… ένα προσωπικό παραμύθι ερχόταν να επιβεβαιώσει τα λεγόμενά του....
~~~
Κάποτε... τότε που οι νεράιδες και τα ξωτικά κυκλοφορούσαν... τότε που τα ζώα μιλούσαν και οι άνθρωποι ζούσαν ελεύθεροι, υπήρχε ένα παιδί που πάντα γελούσε και έκανε και τους άλλους να γελούν... Σκοπός της ύπαρξης του ήταν να παίρνει τη θλίψη και τα δάκρυα και να τα μετατρέπει σε γέλιο και τραγούδι. Ήταν το μόνο που μπορούσε να πλησιάσει τις νεράιδες δίχως αυτές να το μαγέψουν. 

Το παιδί μεγάλωσε και έφτασε η στιγμή να αγαπήσει... όχι να ερωτευθεί απλά. Είχε δει την ομορφιά που κρύβουν οι νεράιδες, είχε γνωρίσει τη μαγεία των ξωτικών, όμως την καρδιά του κέρδισε μια απλή κοπέλα... Άλλος θα έλεγε πως αυτή η κοπέλα δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο... ίσως και να τον χλεύαζαν γιατί διάλεξε αυτή ενώ μπορούσε να έχει όποια νεράιδα επιθυμούσε. 
Όμως για κείνον ήταν η πιο γλυκιά... Καλοσύνη σαν τη δική της δεν υπήρχε πουθενά. Του έφτανε που κάθε πρωί ξυπνούσε και την είχε αγκαλιά, που αντίκρυζε το χαμόγελο της με το φώς της αυγής... Έπαιρνε δύναμη από εκείνη για να μπορεί να συνεχίσει να δίνει χαρά. 
Έκλεινε τα μάτια και ονειρευόταν δάση και θάλασσες... ονειρευόταν την ευτυχία που ζούσε γιατί δεν ήθελε να χάσει ούτε μια στιγμή. 

Έφτασε όμως μια μέρα που οι άνθρωποι δεν ήταν πλέον ευτυχισμένοι με αυτά που ήδη είχαν. 
Άρχισαν να ζηλεύουν τους γύρω τους, να φθονούν τις νεράιδες και τα ξωτικά. Ο πόλεμος δεν άργησε να ξεσπάσει. Όλοι μάχονταν εναντίον όλων μάλλον γιατί ο εχθρός ήταν ο ίδιος τους ο εαυτός

Ο νέος είχε χάσει τη δύναμή του. Έβλεπε γύρω του τόσο μίσος και πίκρα και εκείνος δε μπορούσε να κάνει τίποτα…Η καλή του από τη θλίψη της αρρώστησε βαριά. 
Κατέφυγε στα ξωτικά το παλικάρι αλλά αυτά του είπαν πως "οι άνθρωποι πλέον είναι καταδικασμένοι να ζούν μέσα στα δάκρυα"... 
Πήγε τρέχοντας στις νεράιδες μα κι εκείνες του αποκρίθηκαν πως "τα όνειρα χάθηκαν πια και μόνο στιγμές ευτυχίας πλέον θα ζούμε". 
Τα ζώα έπαψαν να μιλούν γιατί δεν άντεχαν να βλέπουν τόσο πόνο. 

Το αγόρι θλιμμένο επέστρεψε στο σπίτι του... Εκεί είδε την καλή του να κοιμάται. Ο ύπνος της ήταν όμως τόσο βαθύς... δε μπορούσε να την ξυπνήσει πια! Ο νέος την πήρε αγκαλιά και άρχισε να καταράσσεται τους ανθρώπους…!!! 
Δε μπορούσε να πιστέψει πως όλα είχαν μετατραπεί, εξαιτίας του εγωισμού μερικών ατόμων, σε έναν εφιάλτη. 

Μια νεράιδα που άκουσε τις φωνές λυπήθηκε το αγόρι... πήγε πάνω από την κοπέλα και με την νεραιδόσκονή της την έλουσε. Η κοπέλα ξύπνησε και ήταν πιο όμορφη από ποτέ... Χρωματιστά φτερά βγήκαν στην πλάτη της και στα μαλλιά της ευωδιαστά λουλούδια... Είχε γίνει και αυτή μια νεραιδούλα. 

Ο νέος έλαμψε ξανά από ευτυχία. Η νεράιδα όμως του αποκρίθηκε με γλυκιά φωνή.. «Κατάφερα να την κάνω να ζει για πάντα... όμως πρέπει να την πάρω μαζί μου... Ο κόσμος σας είναι πολύ σκληρός για μας... Θα μπορείς όμως να τη βλέπεις όταν τα δάκρυα δροσίζουν τα όνειρα σου..». 
Η νεράιδα πέταξε μακριά μαζί με την κοπέλα του νέου...

Τα χρόνια πέρασαν και ο νέος γέρασε πια... τη νεραιδούλα του είχε χρόνια πλέον να τη δει. 
Ίσως γιατί έπαψε να ονειρεύεται...
Ίσως γιατί έπαψε να παίρνει τα δάκρυα των ανθρώπων...! 
"Τα όνειρα εξάλλου είναι για τους τρελούς…μόνο αυτοί δε ζηλεύουν μόνο αυτοί δε φθονούν..."σιγοψιθύριζε πάντα. 
~~~
Είχα παρασυρθεί από τη μελωδική φωνή του γέρου που με τόση ένταση μου αφηγούταν αυτό το παραμύθι.. Μόλις άνοιξα τα μάτια μου η διπλανή θέση στο παγκάκι ήταν άδεια, υπήρχε όμως ένα γιασεμί και ένα σημείωμα που έλεγε 
«Τα δάκρυα των ονείρων υπάρχουν μόνο για όσους τολμούν και αγαπούν…για όσους βάζουν την ευτυχία των άλλων πάνω από τη δική τους…σε έκανα να ονειρευτείς…το χαμόγελο σου η ανταμοιβή μου…πάω να συναντήσω τη νεραιδούλα μου…εκεί που οι νεράιδες τραγουδούν…τα ξωτικά χορεύουν…και τα ζώα σου κρατούν την πιο γλυκιά συντροφιά. Μην ξεχάσεις ποτέ…ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ…» 
Το κοριτσάκι με πλησίασε…με κοίταξε με βλέμμα περιπαιχτικό και γέλασε…το όνειρο...τελείωσε!!!!


4 Φεβρουαρίου 2011

Ο θησαυρός των αστεριών


Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας γέρος ψαράς. Είχε ολόλευκα μαλλιά, μακριά γένια και μουστάκια, και δυο μεγάλα γαλανά μάτια. Φαινόταν τόσο καλός και τα χέρια του άγγιζαν το κάθε τι με τόση τρυφεράδα που έμοιαζε με άγγελο.
Ο γέρος αυτός είχε και ένα εγγονάκι, τον Καστανούλη. Ο Καστανούλης θαύμαζε τον παππού του πάρα πολύ και τον θεωρούσε τον πιο καλό παππού του κόσμου.
Ένα απόγευμα, ο παππούς και ο εγγονός αποφάσισαν να πάνε για ψάρεμα. Μπήκαν στη βάρκα και ξεκίνησαν.

Σιγά-σιγά βράδιαζε και η νύχτα φαινόταν μαγευτική.
Η θάλασσα ήταν ήσυχη. 
Ο παππούς τότε είπε: 
«Απόψε, παιδί μου, δε θα ρίξουμε τα δίχτυα. Είναι κρίμα να στερήσουμε τη ζωή από τα ζώα του βυθού. Ας αφήσουμε τη βάρκα να μας πάει όπου θέλει». 

Ξαφνικά, εκεί που κουβέντιαζαν, ο παππούς είδε έναν ασημένιο δρόμο που ξεκινούσε από το φεγγάρι και συνέχιζε στην θάλασσα. Ο παππούς είπε: 
«Γιόκα μου, αυτός είναι ο δρόμος της αγάπης»


Η βάρκα μόλις τον άκουσε έστριψε και άρχισε να κινείται πάνω στο δρόμο της αγάπης.
Ξαφνικά, ένιωσαν έναν τρίτο άνθρωπο μέσα στη βάρκα. 
Γύρισαν και είδαν μια όμορφη νεράιδα. Στα μαλλιά της είχε μια κορδέλα από φύκια, το φόρεμά της έμοιαζε με το ουράνιο τόξο και αντί για παντόφλες φορούσε δυο γυαλιστερά κοχύλια. 
Ο γέρο ψαράς την καλωσόρισε και της πρόσφερε ψωμί, τυρί και χταπόδι.
Η νεράιδα όμως του είπε: 
«Δεν έχουμε καιρό για φαγητό. Θα ρίξουμε τα δίχτυα σε λίγο αλλά κανένα ζωντανό δεν θα κινδυνεύσει. Μην ανησυχείτε».
Συνέχισε λέγοντας ότι ο δρόμος της αγάπης δεν τελειώνει ποτέ όταν ξαφνικά ένα λαμπερό αστέρι έπεσε από τον ουρανό και χάθηκε στη θάλασσα.
Η νεράιδα ρώτησε τον Καστανούλη: 
«Είδες το αστέρι;»
«Ναι», απάντησε ο Καστανούλης.
«Έχω δει πολλά τις νύχτες που δεν έχει φεγγάρι».
«Και ξέρεις που πάνε;», ρώτησε η νεράιδα.
«Πέφτουν»,. Απάντησε ο Καστανούλης.

Εκείνη τη στιγμή έφτασαν σε ένα παράξενο μέρος.
Ξαφνικά η βάρκα έγινε μεγάλη, ο παππούς έγινε μεγάλος και τα χέρια του έδειχναν πλασμένα από μετάξι και καλοσύνη. 

Η νεράιδα είπε στον παππού να ρίξει τα δίχτυα. Αντί όμως να ψαρεύουν ψάρια, ψάρευαν λαμπερά αστέρια. Η νεράιδα πήρε τα χέρια του παππού και τα φίλησε. 
Τους εξήγησε ότι
«Καθένα από αυτά τα αστέρια ήταν κάποτε ένα δάκρυ χαράς ή λύπης. 
Επειδή όμως κανείς δεν μπορούσε να τα δει, ο Θεός αποφάσισε αυτά τα δάκρυα να γίνουν άστρα, να φωτίζουν τον ουρανό και τις όμορφες νύχτες να πέφτουν στη θάλασσα. 

Μόνο τα χέρια ενός καλού ανθρώπου μπορούν να τα φέρουν στον κόσμο. Τότε η λύπη τους σβήνει και η χαρά τους λαμποκοπά.  
Οι ψυχές των καλών ανθρώπων μπορούν να τα δουν. 

Είναι ευλογημένα, γι' αυτό όταν οι άνθρωποι τα βλέπουν να πέφτουν και προλάβουν να κάνουν μια ευχή, η ευχή τους θα πραγματοποιηθεί.»

Αυτά είπε η νεράιδα για τον θησαυρό των αστεριών. 
Έπειτα έφυγε, και ο Καστανούλης πλησίασε τον παππού του με τη σκέψη ότι θα καταλάβει καλύτερα τα λόγια της νεράιδας όταν μεγαλώσει.

Πηγή: Pathfinder.gr

9 Ιανουαρίου 2011

Αμαζόνες και Νεράιδες (by the Watcher)

Αυτή τη φορά στη σελίδα της Νεφέλης φιλοξενούμε αυτούσιο το κείμενο του Γρηγόρη Σαμουήλ για τα θαυμαστά αυτά πλάσματα!... Αξίζει την προσοχή σας! 
Πηγή: The Watcher


Καιρός να ανοίξουμε τις πόρτες για όλους σε ένα όμορφο κήπο συναισθημάτων!

Από τις θρυλικές Αμαζόνες, στις αιθέριες Νεράιδες..
Στάλα-στάλα ρέει το ποτάμι των εμπνεύσεών... με υδάτινες αντιθέσεις.. απο το αισθητό στο ανεπαίσθητο!

Αντιθέσεις... διαφορετικές υποστάσεις ομαδο-ποιημένες.. μέσα σε διαφορετικές βάρκες που όμως πλέουν στο ίδιο ποτάμι.. το μόνο κοινό σημείο συνάντησης μεταξύ τους..

Επιθετικά δυναμικές οι Αμαζόνες.... Δυναμικά παθητικές οι Νεράϊδες..

Τα χρώματα που απουσιάζουν στο μαύρο..
Τα χρώματα που συνθέτουν το λευκό..
Χρώματα συναισθημάτων, που άλλοτε εξωτερικεύουν τη μορφή της αιθέριας Νεράϊδας μέσα σου, κι άλλοτε τη μορφή της επιβλητικής Αμαζόνας!

Οι Νεράϊδες!... κοιτάζουν μέσα στο βάθος των ματιών σου για να σου δώσουν την άδεια να τις κοιτάξεις.. γιατί μόνο εκείνες μπορούν να επιλέγουν τα μάτια στα οποία θα αποκαλυφθούν..
Οι Αμαζόνες!.. κοιτάζουν τον εξοπλισμό στην πανοπλία σου για να σου δώσουν την άδεια να πολεμήσεις μαζί τους... γιατί εκείνες μόνο μπορούν να επιλέξουν τους άξιους μαχητές..

Οι άνθρωποι ονειρεύονται στον ύπνο τους αλόγιστα και χωρίς δικαίωμα επιλογής..
Οι Νεράϊδες είναι οι ονειρευτές των ονείρων τους... γιαυτό τους ανήκουν τα όνειρα..
Οι Αμαζόνες οραματίζονται την κάθε έκβαση και υλοποιούν το όραμα της μάχης και της νίκης τους δυναμικά..

Οι άνθρωποι προσπαθούν να κλέψουν τα όνειρα μιάς Νεράϊδας... Μα η νεράϊδα τα χαρίζει μόνο σε εκείνες τις ψυχές που εκπέμπουν ό,τι τις έλκει.. απο ένστικτο... Απο τους .."κλέφτες" αφαιρούν την ματαιοδοξία να γίνουν ονειρευτές, περισώζοντας την αρμονία.. γιατι είναι για εκείνη ντροπή να της κλέψει τα όνειρα ένας κοινός θνητός!

Για την Αμαζόνα είναι ντροπή να της κλέψουν τα όπλα της, και αν συμβεί, τα διεκδικεί πίσω με τη ζωή της.. δεν επιστρέφει στον οικισμό της ζωντανή χωρίς αυτά!..

Οι Νεράϊδες ζούν στις σκέψεις μας, τρέφονται απο αυτές, γνωρίζουν τα μυστικά μας.. Έτσι μπορούν να γνωρίζουν και το κοντινό μέλλον μας..
Όχι, δεν μπορούν να επέμβουν, δεν έχουν αυτή την εξουσία, αλλά μπορούν να μεσιτεύσουν για χάρη μας, με κριτήριο πάντα το χρώμα των δικών μας συναισθημάτων... του αιθερικού μας σώματος, της αύρας μας!.. γιατί εκεί σχηματίζονται αρχικά οι εικόνες που πλησιάζουν να υλοποιηθούν.. πολλές φορές οι Νεράϊδες κάνουν "αγώνες δρόμου" άν χρειαστεί, για να βοηθήσουν ή και να διορθώσουν κάποιες εικόνες πριν γίνουν αντιληπτές στο φυσικό χώρο..

Οι Αμαζόνες και οι Νεράϊδες... απαραίτητες στη ζωή μας... για την τάξη και την αρμονία απο τη μιά, και την πίστη και την ελπίδα απο την άλλη..

31 Δεκεμβρίου 2010

Τα δώρα των Μάγων


Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Η Ντέλα είχε τόσο λίγα χρήματα εκείνα τα Χριστούγεννα, που σίγουρα δεν θα της έφταναν για να αγοράσει ένα δώρο στον αγαπημένο της Τζιμ. Τα μετρούσε ξανά και ξανά λες κι εκείνα θα αυξάνονταν. Κοίταξε γύρω της το φτωχικό τους δωμάτιο...κι έβαλε τα κλάματα. 
"Αύριο είναι Χριστούγεννα και τί θα πάρω στο Τζιμ?
Σ'ένα φτωχικό διαμερισματάκι μέναν με τον Τζιμ και είχαν πλούτο την αγάπη τους. Μήνες μάζευε τα χρήματα για το δώρο του Τζιμ και μαζεύτηκαν τόσο λιγοστά χρήματα που δε φτάναν ούτε για ένα ξεροκόμματο. Σκούπισε τα μάτια της με το ξεσκονόπανο.
Στάθηκε στον στενό ολόσωμο καθρέφτη δίπλα στο παράθυρο. Με μια απότομη κίνηση έλυσε τα μαλλιά της κι έφερε τόσες στροφές όσες χρειάζονταν για να καθρεφτιστεί ολόκληρη.

Δύο ήταν τα πράγματα που γέμιζαν περηφάνια το φτωχό ζευγάρι. Το ένα ήταν το χρυσό ρολόι του Τζιμ, κληρονομιά από τον πατέρα του και το άλλο τα μακριά μαλλιά της Ντέλλας που της έφταναν κάτω από τα γόνατα και την σκέπαζαν σαν μανδύας.
Τα μάζεψε γρήγορα και πετάχτηκε στο δρόμο.
"Μα βέβαια...πώς δεν το σκέφτηκα?"
Αν η Ντέλα είχε κάτι πολύτιμο...αυτό ήταν τα μαλλιά της...όμορφα, πλούσια, στο χρώμα του μελιού!

Έτρεξε γρήγορα δύο τετράγωνα πιο κάτω απ' το σπίτι της. Ήταν το κατάστημα της μαντάμ Σωφρονί. Σταμάτησε έξω από την επιγραφή: Μαντάμ Σωφρονί - Όλα τα είδη κομμωτικής
"Θα αγοράσετε τα μαλλιά μου?" ρώτησε.
Και η Μαντάμ απάντησε: 'Αγοράζω μαλλιά, για βγάλ' το καπέλο σου να δούμε τι σόι είναι'.
Τα έπιασε και είπε..."μμμ...είκοσι δολλάρια".
"Σύμφωνοι"...είπε η Ντέλα.

Σε πολύ λίγο είχε τα χρήματα στα χέρια της κι έτρεξε στα μαγαζιά. Μέσα σε δυο ώρες και αφού γύρισε όλη την πόλη βρήκε το δώρο που ήταν για τον Τζιμ. Μια αλυσίδα ρολογιού από πλατίνα με απλό καθαρό σχέδιο.

Αν ο Τζιμ είχε κάτι πολύτιμο...αυτό ήταν το ρολόι του. Δώρο απ' τον παππού στον πατέρα του...κι απ' τον πατέρα του σ' εκείνον. Του αγόρασε λοιπόν μια θαυμάσια χρυσή αλυσίδα για το ρολόι του. Έτσι εκείνος δεν θα ντρεπόταν πια για το τριμμένο πέτσινο λουρί που είχε. Γύρισε στο σπίτι κι ετοίμασε το φαγητό. "Ελπίζω να μη θυμώσει ο Τζιμ για τα μαλλιά μου που τόσο του άρεσαν"...σκεφτόταν με αγωνία.

Η πόρτα άνοιξε και φάνηκε ο Τζιμ κρατώντας ένα κουτί. Έμεινε κοκαλωμένος να την κοιτάζει. Του εξήγησε, τον ρώτησε πώς του φαίνεται, του πρότεινε να φάνε...
"Μη θυμώσεις Τζιμ...πούλησα τα μαλλιά μου γιατί ήθελα να σου πάρω ένα δώρο".
"Κουτό κορίτσι...κοίτα τι δώρο σου πήρα εγώ..."
Την άκουσε, άρχισε να ξαναβρίσκει τα λόγια του, την αγκάλιασε, ακούμπησε το πακέτο στο τραπέζι. Θα ήταν ίσως καλύτερα πρώτα να έτρωγαν.
"Αν ξετυλίξεις το πακέτο, σίγουρα θα καταλάβεις γιατί τα έχασα", της είπε.
Χαρά, λυγμοί, δάκρυα ακολούθησαν τα λευκά δάχτυλα που ξετύλιξαν με αγωνία το δώρο. 
Τα     Χ τ ε ν ά κ ι α...
Ένα υπέροχο σετ από χτενάκια για τα μαλλιά της...πολύ καιρό τα ζήλευε και δεν μπορούσε να τα αγοράσει.
"Θα μεγαλώσουν γρήγορα τα μαλλιά μου Τζιμ"του είπε..."κοίτα τώρα και το δικό σου δώρο."
Εκείνος το άνοιξε κι ένας βαθύς αναστεναγμός ακούστηκε..."Πούλησα το ρολόι μου για να σου πάρω τα χτενάκια", της είπε.
Έμεναν για λίγο σιωπηλοί και μετά αγκαλιάστηκαν.Ο Τζιμ και η Ντέλα πρόσφεραν με αγάπη τα δώρα τους ο ένας στον άλλο χωρίς να σκεφτούν το κόστος,σαν τους σοφούς μάγους των Χριστουγέννων.
Κι όλοι όσοι ξέρουν να χαρίζουν ή να δέχονται δώρα μ' αυτόν τον τρόπο είναι κι αυτοί μάγοι...οι σημερινοί μάγοι...!

Μια μικρή περίληψη του εξαιρετικού αυτού κειμένου του Ο'Χένρυ την οποία μοιράζομαι με εσάς με τις καλύτερες μου ευχές για Καλή Χρονιά!
Κλείνω με αυτούσιο τον λόγο του ίδιου του συγγραφέα...

"Οι Μάγοι όπως ξέρετε, ήταν σοφοί άνθρωποι, θαυμαστά σοφοί άνθρωποι -κι έφεραν δώρα στο Θείο Βρέφος. Αυτοί επινόησαν την τέχνη να προσφέρεις δώρα τα Χριστούγεννα. Καθώς ήταν σοφοί, τα δώρα τους, χωρίς καμιά αμφιβολία, ήταν κι αυτά σοφά, και με τη δυνατότητα μιας πιθανής αλλαγής. Και να που σας διηγηθηκα, αδέξια, την πεζή ιστορία δύο ανόητων παιδιών σ' ένα διαμέρισμα, που χωρίς καμιά σοφία θυσίασαν ο ένας για τον άλλον τους μεγαλύτερους θησαυρούς του σπιτιού τους. Αλλά σα μια τελευταία λέξη στους σοφούς αυτού του καιρού, ας πούμε, ότι από όλους όσους κάνουν δώρα, αυτοί οι δυο ήταν οι πιο σοφοί. Από όλους αυτούς που προσφέρουν και δέχονται δώρα συνετοί! Αυτοί είναι οι πιο σοφοί παντού. Είναι οι Μάγοι."

8 Δεκεμβρίου 2010

Το παραμύθι της Νεφέλης (β' μέρος)

Ο αντίλαλος του βουνού φώναξε το όνομα του και κείνος ξύπνησε ξαφνικά σαν από λήθαργο. Τότε μόνο θυμήθηκε τη νεραιδούλα του.  Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Γύρισε το λαιμό του και άρχισε να την ψάχνει. Δεν την είδε πουθενά. Σήκωσε τα φτερά του και άρχισε να την φωνάζει δυνατά... 
Νεραιδούλα μου....Νεραιδούλα μου..;;; .και τα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα... 
Αλλά η νεραιδούλα του δεν ήταν πια εκεί...

… το παραμύθι της Νεφέλης όμως δεν τελειώνει έτσι … η πραγματική αλήθεια έμεινε κρυφή και την γνωρίζουν μόνο λίγοι …εκείνοι οι λίγοι δηλαδή που γνωρίζουν τα μυστικά του σύμπαντος και τα μυστήρια που αυτό κρύβει. Είναι οι έμπιστοι και οι εχέμυθοι. Η συνέχεια λοιπόν του παραμυθιού έμεινε μυστική γιατί έπρεπε πλέον να προφυλαχθεί η Νεφέλη απʼ όλα αυτά τα κακά και τα άσχημα που κρύβουν οι ψυχές των ανθρώπων … να προφυλαχθεί και να ζήσει ευτυχισμένη και χαρούμενη … και αυτή την υποχρέωση την επωμίστηκε το Σύμπαν με την βοήθεια των γλυκών νεράιδων που ανέλαβαν την προστασία της μικρής Νεφέλης.


Τώρα εύλογα θα με ρωτήσετε… και εγώ που ξέρω τι συνέβη;
Το έμαθα μόνο και μόνο για να σας το μεταφέρω, γιατί όλους εσάς εδώ σας εμπιστεύονται αυτοί που κατέχουν τα μυστικά του σύμπαντος και θέλουν να μάθετε την αλήθεια, επειδή γνωρίζουν τις ευαίσθητες ψυχές σας και δεν θέλουν να είστε στεναχωρημένοι, νομίζοντας ότι η Νεφέλη χάθηκε… γιατί όχι, η Νεφέλη δεν χάθηκε.

Το τι συνέβη λοιπόν μου το είπε ένα απόγευμα το λουλουδάκι μου την ώρα που του μιλούσα ποτίζοντας το... όταν το ποτίζω ξέρετε, σχεδόν πάντα του μιλάω, του λέω πόσο όμορφο είναι, πόσο μεγάλωσε, τι όμορφο φύλλωμα έχει, του χαϊδεύω τα φυλλαράκια του παρατηρώντας τις σταγόνες του νερού επάνω σʼ αυτά, του χαϊδεύω το εύθραυστο κορμάκι του, τακτοποιώντας το χώμα του στην όμορφη γλαστρίτσα μέσα στην οποία κατοικεί.
Προχθές λοιπόν ενώ του μιλούσα ποτίζοντας το, ξαφνικά ένιωσα την φωνούλα του να μου λέει : 
«Σε νιώθω στεναχωρημένο …ξέρω …ξέρω, φταίει το παραμύθι της Νεφέλης που διάβασες …μην στεναχωριέσαι όμως δεν τελειώνει έτσι η ιστορία … δεν θα μπορούσε να τελειώνει έτσι η ιστορία».
«Και εσύ που το ξέρεις» …σκέφτηκα απευθυνόμενη στον «χαμαιλέοντα» μου (γιατί το λουλουδάκι μου είναι ένας όμορφος και ανθισμένος χαμαιλέοντας).

«Εμένα…» μου απάντησε «… μου το είπανε τα ψάρια των θαλασσών και των ωκεανών, γιατί να ξέρεις ότι όλο το φυτικό βασίλειο της Γης επικοινωνεί με κάθε ζωντανό όν που την κατοικεί, που το μάθανε από τις γοργόνες, γιατί τα ψάρια μιλούνε με τις γοργόνες, που το μάθανε από την Σελήνη, γιατί οι γοργόνες μιλούν με την Σελήνη, που με την σειρά της το έμαθε από τα αστέρια, γιατί η Σελήνη μιλάει με τα αστέρια , που και αυτά με την σειρά τους το μάθανε από τις γλυκές νεράιδες που φυλάνε πια την Νεφέλη, γιατί τα αστέρια όπως σίγουρα θα ξέρεις μιλούνε με τις γλυκές νεράιδες»… έτσι μου είπε ο «χαμαιλέων» μου… αλήθεια σας λέω, θέλω να με πιστέψετε…. και συνέχισε … «με την υποχρέωση να το μεταφέρεις αυτούσιο σε όλα τα παιδιά που συναντώνται στους κύκλους των νεράιδων και που θα στεναχωρήθηκαν και αυτών οι ευαίσθητες καρδούλες τους διαβάζοντας το παραμύθι και νομίζοντας ότι η Νεφέλη χάθηκε… αλλά μόνο ως εκεί … όχι παραέξω από τον «κύκλο» … μου το υπόσχεσαι;;;»… με ρώτησε ο «χαμαιλέων» μου… «σου το υπόσχομαι» του απάντησα … και μου διηγήθηκε την συνέχεια όπως ακριβώς σας την μεταφέρω … αλλά με την υποχρέωση όμως ότι ούτε και εσείς θα την πείτε παραέξω … για να μείνει για πάντα προφυλαγμένη από κάθε κακό και πάντα χαρούμενη και ευτυχισμένη η μικρή μας η Νεφέλη … εντάξει;;; … 
....θα είναι ας πούμε το κοινό μας μυστικό!

«Το παραμύθι λοιπόν»… άρχισε να μου αφηγείται το λουλουδάκι μου …«σταματάει την χρονική στιγμή που ο αετός ακούγοντας το όνομα του από τον αντίλαλο του βουνού, ξυπνάει σαν από λήθαργο και θυμάται την νεραϊδούλα του. Ψάχνει ολόγυρα να την βρει μα δεν την βλέπει πουθενά. Σηκώνει τότε τα φτερά του και φωνάζει δυνατά : 
«-Νεραϊδούλα μου....Νεραϊδούλα μου..;;;» και τα μάτια του πλημμυρίζουν δάκρυα.
Η νεραϊδούλα του δεν ήταν πια εκεί!
Τι όμως συνέβη εν τω μεταξύ στην Νεφέλη;;;;

Η Νεφέλη, ενώ ο αετός ανέβαινε όλο και ψηλότερα προς τις αγαπημένες του κορφές των βουνών, άρχισε να παγώνει και δεν μπορούσε να ανασάνει … αισθανόταν το αίμα της να μην τροφοδοτεί το κορμάκι της, νιώθοντας έτσι ακριβώς όπως ένιωθε και τότε που προσπαθούσε να πλησιάσει τον αγαπημένο της Ήλιο, μόνο που τότε το κορμάκι της καιγόταν από την ζέστη που εξέπεμπε ο αγαπημένος της, ενώ τώρα το κορμάκι της πάγωνε, και όλο πάγωνε περισσότερο όσο ο αετός ανέβαινε ψηλότερα. Από τα όμορφα ματάκια της δύο δάκρυα ξεπρόβαλαν δειλά – δειλά μα δεν πρόλαβαν να κυλήσουν στο προσωπάκι της γιατί πάγωσαν αμέσως επάνω στα χλωμά μαγουλάκια της και έγιναν δύο μαργαριταρένιοι σταλακτίτες. Από το κρύο τα δακτυλάκια της πάγωσαν και άρχισε να μην τα αισθάνεται, και έτσι όπως κρατιόταν απελπισμένα κάτω από την φτερούγα του αγαπημένου της αετού, ξαφνικά και χωρίς να το καταλάβει, άνοιξαν και η Νεφέλη βρέθηκε να πέφτει στο κενό.
Έπεφτε η Νεφέλη λιπόθυμη από ψηλά, από πολύ ψηλά, μα τα αστέρια που δεν είχαν ακόμα εμφανιστεί στον ουρανό, είχαν δει το συμβάν και ξεπρόβαλαν διακριτικά απλώνοντας ανάμεσα τους τον απαλό ιστό που είχε υφάνει από τα όνειρα των παιδιών η πλανεύτρα αράχνη και με τον οποίο αιχμαλώτιζε τις επιθυμίες των ονείρων τους και τις πραγματοποιούσε.
Απλώθηκε λοιπόν ο ιστός σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ουρανού και σε όλα τα επίπεδα του, παντού απʼ όπου έπεφτε η Νεφέλη, ανακόπτοντας έτσι σταδιακά την πτώση της μέχρις ότου κατέληξε η Νεφέλη να σταματήσει απαλά επάνω σ' ένα λευκό σύννεφο. Έμεινε εκεί λιπόθυμη για αρκετές ώρες μέχρι ότου άρχισε να νιώθει μια γλυκιά ζεστασιά να πλημμυρίζει το παγωμένο της κορμί. Σιγά – σιγά άρχισε να αισθάνεται τα μέλη του σώματος της ενώ μια υπέροχη μελωδία έφτανε στα μυτερά αυτάκια της. Άνοιξε τα όμορφα ματάκια της και Φως γέμισε το «είναι» της. 

Λευκό καθάριο Φως που όμοιο του δεν είχε ξαναδεί ποτέ στην ζωή της, και που στο κέντρο του διακρινόταν μια αιθέρια μορφή. Δεν ήταν ακριβώς από ύλη αλλά σαν να είχε δημιουργηθεί από το ίδιο το Φως που την περιέβαλε. Κοιτάζοντας την μορφή ένιωσε μια σιγουριά να την κατακλύζει και μια περίεργη αίσθηση πλημμύρισε την καρδιά της. Τότε η μορφή λες και είχε με κάποιον τρόπο διαβάσει την σκέψη της, μίλησε με μια φωνή που είχε τέτοια γλύκα και απόπνεε τέτοια ζεστασιά που όμοια της δεν είχε ξανανιώσει η Νεφέλη.

«Καλώς ήρθες κοντά μου Νεφέλη» είπε η αιθέρια μορφή (...που ας την αποκαλούμε προσωρινά «Φώς»)… μόνο που η νεραϊδούλα δεν την άκουσε με τα αυτάκια της αλλά με όλες τις της αισθήσεις, γιατί η μορφή δεν μιλούσε με τον τρόπο που εσείς οι άνθρωποι γνωρίζεται .
«Σε περίμενα Νεφέλη και να που επιτέλους ήρθες», άκουσε η Νεφέλη μέσα από το σώμα της, που σαν ηχείο μετέφερε την «φωνή» από το «Φως» στα μικρά μυτερά αυτάκια της!
«Ποιός είσαι;;;» ρώτησε έκπληκτη η Νεφέλη.
«Δεν χρειάζεται καλή μου να μου μιλάς με λέξεις, γιατί μπορώ και ακούω την ψυχή σου» απήντησε το «Φως» και συνέχισε… «αρκεί να την αφήσεις ελεύθερη να εκφράσει αυτό που σκέφτεσαι και εγώ θα την ακούσω… την άκουγα χρόνια και χρόνια τώρα και σε περίμενα να έρθεις… εδώ στους Ουρανούς μέσα σʼ αυτό το καθάριο σύννεφο»
«Μα γιατί δεν μου λες ποιος είσαι … πως σε λένε» σκέφτηκε πλέον η Νεφέλη και ένιωσε τόσο όμορφα που μπορούσε και συνεννοούταν με αυτόν τον πρωτόγνωρο για εκείνη τρόπο με την αιθέρια μορφή.
«Είμαι... η αδελφή ψυχή σου» της απήντησε τότε το «Φως»… « και με λένε… Αγάπη»


Η Νεφέλη σαστισμένη κοίταζε προς το μέρος της μορφής που σιγά – σιγά άρχισε να σχηματοποιείται παίρνοντας την μορφή ενός όμορφου νέου, μόνο που όπως είπαμε και προηγουμένως δεν ήταν φτιαγμένος από ύλη αλλά από Φως, και πίσω, στην πλάτη του, άνοιγαν ένα ζευγάρι τεράστια φτερά που όμοια τους δεν είχε ξαναδεί η Νεφέλη.
«Έλα κοντά μου Αγάπη» σκέφτηκε η Νεφέλη «και πάρε με στην αγκαλιά σου γιατί κρυώνω και πονάω πολύ» και πριν προλάβει να ολοκληρώσει την σκέψη της ήδη βρισκόταν μέσα σʼ αυτήν στην ζεστή αγκαλιά. 
Δεν είχε ξανανιώσει ποτέ έτσι η νεραϊδούλα μας, ούτε όταν την υπνώτιζε ο Ήλιος με την ζεστασιά του γιατί σαν την ζεστασιά αυτής της αγκάλης δεν υπήρχε όμοια της σʼ όλη την πλάση, ούτε όταν γαντζωμένη στη ράχη του αετού της έκανε μικρές όμορφες βόλτες και έβλεπε τον κόσμο από ψηλά… αυτό που ένιωθε τώρα μέσα στην αγκαλιά της Αγάπης, ήταν πρωτόγνωρο… επιτέλους η Νεφέλη είχε βρει αυτό που ζητούσε… την αδελφή ψυχή της και ένιωθε τόσο ευτυχισμένη που με αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκε γλυκά.

Αυτή η ζεστή αγκαλιά γιάτρεψε με τον καιρό τις πληγές της Νεφέλης.
Μέχρι και τα καμένα φτεράκια της μπόρεσαν και ξαναβγήκαν και αυτή τη φορά τα χρώματα τους είχαν ξεπεράσει ακόμα και αυτά τα χρώματα του ουράνιου τόξου, και η Νεφέλη έλαμπε πιο όμορφη από ποτέ.
Όλα τα λουλούδια και τα ζωάκια του δάσους ήταν πια τόσο χαρούμενα που η Νεφέλη είχε επιτέλους βρει την Αγάπη της. Δεν ήταν πια κοντά τους όπως παλιά, όμως την αισθάνονταν συνέχεια δίπλα τους , γιατί η Νεφέλη είχε μάθει από την Αγάπη να βρίσκεται παντού σʼ όλη την πλάση και ας κατοικούσε πια μόνιμα σε ένα λευκό όμορφο συννεφάκι… και εκεί μέσα σʼ αυτό το λευκό όμορφο συννεφάκι, μέσα σʼ αυτή την ζεστή αγκαλιά που δεν την άφησε ποτέ πια μόνη της η Νεφέλη ζει και θα ζει για πολλά ακόμα χρόνια ευτυχισμένη». 

«Έτσι λοιπόν τελειώνει η ιστορία» ...μου ψιθύρισε το λουλουδάκι μου και μετά σιώπησε, ίσως επειδή κατάλαβε ότι είχε φύγει πια από καρδιά μου η λύπη και η στεναχώρια για την μικρή νεραϊδούλα που την έλεγαν Νεφέλη, με τα καστανόξανθα μαλλιά και τα μεγάλα εκφραστικά πράσινα μάτια.


Έτσι και εγώ με την σειρά μου σας λέω πως έτσι τελειώνει το παραμύθι της Νεφέλης ...αλλά σας παρακαλώ ...μην το πείτε σε κανέναν άλλο έξω από εδώ… 
...κρατήστε το ΜΥΣΤΙΚΟ!

(Πηγή: Νεραϊδόκυκλος)

25 Νοεμβρίου 2010

Το παραμύθι της Νεφέλης (α' μέρος)

Κάπου πολύ μακριά, εκεί που πόδι ανθρώπου δεν έχει πατήσει ποτέ, σε ένα πανέμορφο δάσος με ξεχωριστή βλάστηση ζούσε ανάμεσα σε άλλες μια μικρή νεράιδα που τη λέγανε Νεφέλη. Είχε μακριά καστανόξανθα μαλλιά και μεγάλα εκφραστικά πράσινα μάτια. Τα φτερά της είχαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και αυτό έκανε τις άλλες νεράιδες να την ζηλεύουν. Καμιά δεν είχε τόσο πανέμορφα φτερά.


Η Νεφέλη ωστόσο δεν ήταν η πιο όμορφη από τις υπόλοιπες αλλά είχε την πιο καλή καρδιά, και αυτό την έκανε να ξεχωρίζει. Η καλοσύνη της και η αγάπη της την είχε κάνει την πιο αγαπητή σε όλα τα ζωάκια του δάσους. Ήταν πάντα η πρώτη που θα τους βοηθούσε στο οτιδήποτε, η πρώτη που θα τους συμβούλευε σε ότι ήθελαν και η πρώτη που θα στεκόταν δίπλα τους σε ότι θα τους συνέβαινε. Η καρδιά της ήταν τόσο μεγάλη που μπορούσε να χωρέσει μέσα της όλη η πλάση. 

Μεγαλώνοντας η Νεφέλη, και βλέποντας όλους τους φίλους της να βρίσκουν το ταίρι τους άρχισε να νιώθει μόνη. Ο φίλος της ο αετός της κράταγε παρέα και της έλεγε ότι με τόση ομορφιά και καλοσύνη που έχει, σύντομα θα την αγαπήσει κάποιος πραγματικά, φτάνει να το θελήσει και εκείνη. 

Ξαπλωμένη μια μέρα σε ένα μανιτάρι σκεφτόταν ότι είναι υπέροχο όλοι να σε αγαπάνε σαν φίλη, αλλά αυτό αρκεί; 

Ο ήλιος άκουσε τον μονόλογο της και την πλησίασε...  Άρχισε να της κάνει κοπλιμέντα και να της λέει πόσο αγαπητή του ήταν. Τις χάιδεψε τα μαλλιά με τις ακτίνες του και την έκανε να χαλαρώσει. Τις μιλούσε και την υπνώτιζε με τη ζεστασιά του.  Μέρα με την ημέρα άρχισε να της λέει ότι την αγαπά και η νεραιδούλα κολακεύτηκε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά και ένιωσε ένα σκίρτισμα... Ανυπομονούσε τα βράδια να περάσουν οι ώρες να δει τον αγαπημένο της ήλιο.  Άρχισε να πονά που δεν μπορούσε να τον έχει συνέχεια μαζί της. Της έλειπαν τα βράδια η ζεστή του αγκαλιά. 

Μετά από καιρό και καθώς μιλούσαν μεταξύ τους για την αγάπη τους εκείνη του ζήτησε να κάνουν κάτι να είναι μαζί συνέχεια. 
Μα πως μπορώ, ; Εγώ είμαι εδώ για όλους, δεν μπορώ να κάνω κάτι... 
- Αν δεν μπορείς, θα κάνω εγώ. Θα έρθω μαζί σου. Θα με πάρεις αγκαλιά και όταν θα πηγαίνεις για ύπνο θα κοιμόμαστε μαζί, του είπε. 

Ο ήλιος χαμογέλασε. Του άρεσε η ιδέα. Ας προσπαθούσε επιτέλους κάποια να έρθει να τον βρει... Ποτέ καμιά από αυτές που είχε αγαπησει δεν το είχε σκεφτεί. 

Έτσι λοιπόν την επόμενη μέρα, η Νεφέλη το πηρε απόφαση και άρχισε να πετά και να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. Ήθελε πολύ να φτάσει τον αγαπημένο της ήλιο και να τον πάρει αγκαλιά.  
Ανεβαίνοντας η ζέστη άρχισε να γίνεται αφόρητη. Εκείνη επέμενε να ανεβαίνει. Το λευκό της δέρμα της άρχισε να κοκκινίζει, και τα μαλλιά της να καίγονται. Άρχισε να πονά αλλά το πείσμα της δεν σταμάταγε. Αγαπούσε πολύ τον ήλιο της και δεν θα εγκατέλειπε ότι και να γινόταν. 
Όμως δεν ήταν μόνο στο χέρι της....
Τα όμορφα φτερά της άρχισαν να καρβουνιάζουν και να διαλύονται. Πριν καλά καλά καταλάβει τί γίνεται, ίσα που πρόλαβε να φωνάξει τον ήλιο αλλά εκείνος δεν την άκουσε...

Η Νεφέλη άρχισε να πέφτει στο κενό με δύναμη, ώσπου για καλή της τύχη έσκασε πάνω σε ένα μεγάλο πλατύφυλλο και από εκεί στο γρασίδι δίπλα στη λιμνούλα. Έμεινε εκεί αναίσθητη για πολύ ώρα. Όταν ξύπνησε πονούσε σε όλο της το κορμί. 
Τα ματάκια της άνοιξαν διάπλατα όταν αντίκρυσε το είδωλο της στην λίμνη. 
Τίποτα πια δεν θύμιζε την όμορφη Νεφέλη... 
Το δέρμα της είχε κοκκινήσει και είχε βγάλει εξανθηματα, τα μαλλιά της είχαν καεί, το σώμα της αιμορραγούσε από πολλά σημεία και τα όμορφα φτερά της... είχαν χαθεί για πάντα.... 
Έμεινε εκεί να κλαίει με λυγμούς για την χαμένη ομορφιά της και για το χαμένο όνειρο της.
Έψαξε να βρει τον ήλιο, τον αναζήτησε για ώρα αλλά εκείνος λες και κατάλαβε το λάθος του, κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα και αναζήτησε άλλη αγάπη, πιο όμορφη κάπου μακριά. 

Την Νεφέλη την πήρε ο ύπνος θρηνώντας πια και την χαμένη της αγάπη. Την άπιαστη αγάπη ενός ψεύτη ήλιου...  Ένα χάδι της διέλυσε το όμορφο όνειρο με τον ήλιο... 
Άνοιξε τα ματάκια της και αντίκρυσε την τρομαγμένη ματιά του αγαπημένου της αετού. Την βοήθήσε να σηκωθεί και της έδωσε νερό να πιει. Εκείνη με βουρκωμένα ματια του εξιστόρησε ότι είχε γίνει. Έκείνος την έβαλε κάτω από τα φτερά του και κλάψανε μαζί για ώρες... 

Η συντροφιά του της είχε γίνει απαραίτητη. 
Τα φτερά της δεν υπήρχαν πια και δεν μπορούσε να πετάξει, να νιώσει ελεύθερη. Το κορμί ακόμη πονούσε και ο αετός ήταν ο μόνος που την έκανε να ξεχνάει. 
Περνούσε ώρες κοντά της προσπαθώντας να την κάνει να γελάσει. Σύντομα άρχισε να την βάζει και στο ράχη του και να την πηγαίνει μικρές όμορφες βόλτες...έτσι όπως μόνο αυτός ήξερε. 

Ο καιρός περνούσε και ο πόνος άρχισε να φεύγει από τη Νεφέλη. Ο ήλιος φάνταζε στα μάτια της αλλά και στην καρδιά της πια μακρινός. Τα μαλλιά της ξαναμάκρυναν, η επιδερμίδα της έγινε καλύτερη αλλά τα φτερά της είχαν χαθεί για πάντα. 
Η σχέση της με τον αετό είχε γίνει σχέση εξάρτησης. Ηταν για εκείνη το στήριγμα της, ο φίλος της, το παρεάκι της. Αναζητούσε καθημερινά να τον δεί και εκείνος το ίδιο και μαζί περνούσαν υπέροχα. Ακόμα και όταν εκείνη μελαγχολούσε, αυτός ήταν εκεί για να της προσφέρει την φτερούγα του και εκείνη να κουρνιάσει μέσα της. 


Κάποια μέρα όπως οι άλλες και ενώ ο αετός καθόταν αγκαλιά με την Νεφέλη και χαζεύανε τη λίμνη, γύρισε, την κοίταξε και της είπε το δικό του καημό.  Την αγαπούσε τόσο καιρό αλλά φοβόταν να της το πει.  Αυτή ήταν μια νεράιδα, πάντα όμορφη στα μάτια του, ενώ εκείνος ήταν απλά ένας μαύρος άσχημος αετός. Η Νεφέλη άπλωσε τα χεράκια της γύρω από το λαιμό του και τον έσφιξε με όλη της την αγάπη. Άφησε την ταλαιπωρημένη καρδιά της να σπάσει τα δεσμά και να κάνει χώρο για τον αετό της, για το φίλο της και αγαπημένο της πια... 

Ο πρώτος καιρός ήταν ονειρικός...οι δυό τους ήταν συνέχεια μαζί. Εκείνος πετούσε σπάνια – όσο και αν το λάτρευε – και αφιέρωνε όλο το χρόνο στη νεραιδούλα του.  Περνούσαν πολλές ώρες μαζί και σπάνια ο αετός έφευγε να πάει να κάνει μια βόλτα να ξεμουδιάσει τα φτερά του. Πολλές φορές έπαιρνε μαζί και την αγάπη του και προσεχτικά της έδειχνε το κόσμο από τόσο ψηλά. 

Η αγάπη του όμως για το δυνάτο, γρήγορο και επικίνδυνο πέταγμα πάνω από τα βουνά άρχισε να του λείπει.  Άρχισε δειλά δειλά να λείπει λίγες ώρες από τη Νεφέλη.
Εκείνη τον περίμενε καρτερικά γιατί ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να του το στερήσει αυτό. Οι φίλοι της τα ζώα της κρατούσαν παρεούλα μέχρι να κουραστει ο καλός της και να επιστρέψει στην αγκαλιά της. Με το καιρό ο χρόνος μεταξύ τους είχε μειωθεί αρκετά και η νεραιδούλα άρχισε να νιώθει μόνη της. Όταν εκείνος πήγαινε για χαμηλές ήρεμες πτήσεις την έπαιρνε μαζί του αλλά αυτό τελευταία είχε αρχίσει να γίνεται σπάνια. 

Εκείνος αγαπούσε πολύ την Νεφέλη αλλά είχε κουραστεί να κάθεται με τις ώρες χωρίς να πετά. Η Νεφέλη αν τον αγαπούσε πραγματικά θα έπρεπε να καταλάβει. 
Από την άλλη η νεραιδούλα άρχισε να νιώθει μοναξιά. Έτσι λοιπόν μια μέρα που ο αετός πήγε να την βρεί η Νεφέλη του ζήτησε να την παίρνει μαζί τους στις επικίνδυνες πτήσεις του. 
- Δεν μπορώ να το κάνω αυτό Νεφέλη. Είναι επικίνδυνο για σένα, της είπε. 
- Αν είχα τα φτερά μου και εγώ θα ήταν διαφορετικά. Τώρα μόνη, χωρίς φτερά νιώθω καταδικασμένη. Θέλω να πετάξω, μαζί σου. Κάποτε θυσιάσα τα όμορφα φτερά μου για μια αγάπη άπιαστη. Για σένα θα μπορούσα να θυσιάσω και την ίδια μου τη ζωή, αρκεί να σε έχω δίπλα μου. Πάρε με μαζί σου, και κάνε με ευτυχισμένη. Δεν μπορώ άλλο την μοναξιά, του είπε. 

Εκείνος σκέφτηκε ότι προτιμά χίλιες φορές να πετά παρά να είναι στο έδαφος. Ας πετάει λοιπόν πιο προσεχτικά έχοντας μαζί του τη Νεφέλη. Και δέχτηκε. 
Η Νεφέλη ανέβηκε στη φτερούγα του και σχεδον κρύφτηκε από κάτω. Ο αετός ξεκίνησε να πετά χαλαρά και άρχισε να ανεβαίνει. Οι κορφές στα βουνά ήταν για εκείνον τα αγαπημένα του σημεία. 
Το κρύο εκεί πάνω άγγιξε μονο τη μικρή νεραιδούλα...
Τα χεράκια της άρχισαν να παγώνουν και σφίχτηκαν πιο δυνατά... 

Ο αετός απολάμβανε τη πτήση του και σιγά σιγά άρχισε να δυναμώνει το πέταγμα του. Πετούσε πια δυνατά και η μικρή νεραιδούλα δεν μπορούσε ούτε να πάρει ανάσα. Εκείνος μέσα στη λαχτάρα του άρχισε να κάνει ακροβατικά. Άρχισε να γυρίσει πλάγια, ανάποδα , να πέφτει στο κενό χωρίς να σκεφτεί ούτε για μια στιγμή τη Νεφέλη...

Ζούσε το όνειρο του... 

Ο αντίλαλος του βουνού φώναξε το όνομα του και κείνος ξύπνησε ξαφνικά σαν από λήθαργο. Τότε μόνο θυμήθηκε τη νεραιδούλα του.  Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Γύρισε το λαιμό του και άρχισε να την ψάχνει. Δεν την είδε πουθενά. Σήκωσε τα φτερά του και άρχισε να την φωνάζει δυνατά... 
Νεραιδούλα μου....Νεραιδούλα μου..;;; .και τα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα... 
Αλλά η νεραιδούλα του δεν ήταν πια εκεί...

...συνεχίζεται....

(Πηγή: Νεραϊδόκυκλος)

12 Οκτωβρίου 2010

Τα δώρα των νεράιδων

Μια φορά και εναν καιρό...ήταν ένας βασιλιάς που ήταν πολύ λυπημένος γιατί δεν είχε παιδιά. Σαν απελπίστηκε, πήγε σ΄ ένα μακρινό δάσος για ν΄ανταμώσει τρεις νεράιδες, που έμεναν εκεί και να τους πει τον πόνο του. Οι νεράιδες τον λυπήθηκαν και του΄ταξαν πως σ΄ένα χρόνο και μια μέρα, θα είχε τον διάδοχο.Και σ΄ένα χρόνο και μια μέρα, ούτε πάνω ούτε κάτω, η βασίλισσα γέννησε παιδί.
Την άλλη νύχτα απ΄ την γέννησή του, οι τρεις νεράιδες φάνηκαν μπροστά στην κούνια του, για να του κάνουν τα πεσκέσια τους.
Η πρώτη νεράιδα είπε:
- Θα ΄σαι το πιο όμορφο βασιλόπουλο του κόσμου.
Η δεύτερη είπε:
- Θα ΄σαι τίμιος και σοφός.
Η τρίτη νεράιδα, σαν άκουσε να του τάζουν τόσα όμορφα χαρίσματα, συλλογίστηκε λίγο και είπε:
- Μα θα ΄χεις και γαϊδουρινά αυτιά, για να μην γίνεις ποτέ περήφανος.

Οι τρεις νεράιδες έκαναν τα πεσκέσια τους και χάθηκαν. Κι ό,τι του ΄ταξαν έγινε στην ακρίβεια. Το βασιλόπουλο μεγάλωνε σα δέντρο κι ομόρφαινε και γινόταν τίμιο και μυαλωμένο, αλλά τον ίδιο καιρό μεγάλωναν και τ΄αυτιά του.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα είχαν φρίξει. Ποιός είχε ακούσει ποτέ για βασιλόπουλο με γαϊδουρινά αυτιά; Πώς μπορούσε να περιμένει σεβασμό και αγάπη από τους υπηκόους του, αν το έπαιρναν χαμπάρι;
Κι έτσι έκρυβαν τ΄ αυτιά του βασιλόπουλου, που φορούσε πάντα ένα ειδικό κασκέτο.

Κατάφεραν λοιπόν, να κρατήσουν το μυστικό για το φοβερό ελάττωμα του βασιλόπουλου και κανένας ποτέ δεν έμαθε τίποτα. Όλοι πίστευαν πως ήταν το πιο όμορφο και πιο μυαλωμένο βασιλόπουλο του κόσμου και περίμεναν πώς και πώς, πότε να ΄ρθει η μέρα για να γίνει βασιλιάς.
Το καλό βασιλόπουλο μεγάλωνε κι έγινε ένα ψηλό και όμορφο παλικάρι. Όσο ήταν μικρός, είχε τα μαλλιά του μακριά σαν κορίτσι, μα τώρα δεν ήταν πια δυνατό και ήθελε μπαρμπέρη. Σαν ο βασιλιάς το πήρε είδηση, στεναχωρήθηκε πολύ κι έμεινε ξάγρυπνος ολόκληρη νύχτα και συλλογιόταν πως να βρει μπαρμπέρη για το βασιλόπουλο, δίχως να φανερωθεί το μυστικό, που του΄φερνε ντροπή. Κι επιτέλους, του ΄ρθε μια ιδέα. Φώναξε τον αρχηγό του συναφιού των μπαρμπέρηδων, τον κάλεσε μονάχο στο τραπέζι του και του είπε με βαριά φωνή:
- Μαστρο-μπαρπέρη, σε περιμένει μια μεγάλη τιμή. Αποφάσισα να σε κάνω μπαρμπέρη του παλατιού, για το βασιλόπουλο. Η δουλειά σου θα ΄ναι να ξυρίζεις το βασιλόπουλο κάθε μέρα και να του κόβεις τα μαλλιά, μια φορά τη βδομάδα. Δεν είναι δύσκολη δουλειά κι αν φερθείς φρόνημα θα σε κάνω πλούσιο. Μα, αν πεις και μια κουβέντα γι΄ αυτό που θα δεις στη δουλειά σου, είσαι άνθρωπος πεθαμένος.

Ο καλός μας μπαρμπέρης δεν ήξερε αν ήταν ξύπνιος ή έβλεπε όνειρο και υποσχέθηκε πως θα ΄κλεινε το στόμα του σαν τάφος. Την ίδια κιόλας μέρα, τον έκαναν επίσημα μπαρμπέρη του βασιλόπουλου. Έμενε στο παλάτι, έτρωγε απ΄ την κουζίνα, έπαιρνε μέρος στα συμβούλια, είχε ό,τι μπορούσε να πεθυμήσει και ήταν πιο χαρούμενος και ευτυχισμένος από πολλούς άλλους.
Μα η χαρά του δεν κράτησε πολύ. Δεν είχε περάσει μήνας κι ο μπαρμπέρης του βασιλόπουλου άρχισε να γίνεται κίτρινος, ν΄αδυνατίζει και να λειώνει σαν να ΄ταν άρρωστος. Μα δεν ήταν άρρωστος. Τον βάραινε πολύ το μυστικό με τ΄ αυτιά του βασιλόπουλου, που δεν μπορούσε να το πει σε κανέναν στον κόσμο. Ο κακότυχος μπαρμπέρης, πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Μια μέρα, που με το ζόρι μπόρεσε να κρατήσει το ψαλίδι και το ξυράφι στο χέρι απ΄την ανημποριά του, πήγε στο δάσος να ζητήσει ορμήνια από έναν ερημίτη.
Ο ερημίτης τον άκουσε και του είπε:
- Αν είναι τούτο το μυστικό που σε βασανίζει, βρες μια ερημιά, σκάψε μια τρύπα στο χώμα και πες στην τρύπα το μυστικό σου. Θα θάψεις εκεί το βάσανό σου και η γη δεν θα σε προδώσει
Ο καλός μπαρμπέρης ευχαρίστησε το γέρο και στη στιγμή έκανε ό,τι τον είχε ορμηνέψει. Η ορμήνια του ερημίτη ήταν πολύ καλή: σαν ο μπαρμπέρης είπε το φοβερό του μυστικό στην τρύπα που 'σκαψε σε μακρινό τόπο, ένοιωσε στη στιγμή καλύτερα. Γέμισε πάλι καλά καλά την τρύπα με χώμα και γύρισε σπίτι του τραγουδώντας.
Σε λίγο καιρό, φύτρωσαν όμορφα καλάμια στον τόπο όπου ο μπαρμπέρης είχε σκάψει την τρύπα για να ξεφορτωθεί το μυστικό του. Μια μέρα, μερικοί τσοπάνοι πέρασαν από ΄κει με τα πρόβατά τους κι έκοψαν κάνα - δυο καλάμια για να κάνουν σουραύλια. Μα αλίμονο, τι έγινε τότε; Αν άρχισαν να παίζουν τα σουραύλια, μια παράξενη φωνή βγήκε απ΄ τα καλάμια:
- Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά, το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά.

Η ιστορία με τα μαγικά σουραύλια και το παράξενο τραγούδι τους, σκόρπισε σ΄όλη τη χώρα σαν αστραπή. Δεν χρειάστηκε πολύ για να φτάσει και στο παλάτι και στ΄αυτιά του βασιλιά. Σαν ο βασιλιάς άκουσε το φοβερό μαντάτο, φώναξε τους τσοπάνους και τους πρόσταξε να παίξουν. Μα, οι φουκαράδες, όσο κι αν πάρχιζαν, απ΄τα σουραύλια τους δεν έβγαινε παρά τούτο το παράξενο τραγούδι:
- Το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά, το βασιλόπουλό μας έχει γαϊδουρινά αυτιά.

Ο βασιλιάς δοκίμασε να παίξει κι ο ίδιος ένα σουραύλι, μα τίποτα δεν άλλαξε. Ο βασιλιάς ήταν πολύ θυμωμένος. Ποιός άλλος μπορούσε να τον έχει προδώσει, εκτός απ΄τον μπαρμπέρη του παλατιού; Είπε να τον φέρουν μπροστά του και χωρίς κουβέντα, πρόσταξε να του πάρουν το κεφάλι.

Τότε όμως, σηκώθηκε το βασιλόπουλο, έβγαλε το κασκέτο του μπροστά σε όλους και είπε:
- Όχι, βασιλιά μου και πατέρα μου, δεν πρέπει να καταδικάσεις τον μπαρμπέρη μόνο και μόνο επειδή είπε την αλήθεια. Άσε να δει όλος ο κόσμος ό,τι κρύβαμε τόσον καιρό. Αν το θελήσει ο Θεός, θα γίνω καλός βασιλιάς είτε έχω είτε δεν έχω αυτιά γαϊδάρου.

Έτσι γλίτωσε ο μπαρμπέρης χάρη στο βασιλόπουλο. Μα μπορείτε να φανταστείτε τη χαρά όλων, και πιο πολύ του βασιλιά και της βασίλισσας, όταν ξαφνικά είδαν πως το βασιλόπουλο δεν είχε πια εκείνα τα σταχτιά,γαϊδουρινά αυτιά !!! Τι είχε γίνει;
Η τρίτη νεράιδα, σαν ένιωσε πως η καρδιά του βασιλόπουλου δεν είχε περηφάνια, έλυσε τα μάγια.
Μπορείτε λοιπόν να καταλάβετε, πως όλοι ήταν ευχαριστημένοι με τούτο το χαρούμενο τέλος. Ο λαός ήταν ευχαριστημένος, το παλάτι ήτα ευχαριστημένο, ο βασιλιάς ήταν ευχαριστημένος, το βασιλόπουλο ήτα ευχαριστημένο και βέβαια ήταν ευχαριστημένος και ο μπαρμπέρης. Στο κάτω - κάτω, κόντεψε να χάσει τη ζωή του γι΄αυτή την ιστορία.
Από τότε, τα σουραύλια που τον είχαν προδώσει, δεν είπαν πια το τραγούδι για τ΄αυτιά του βασιλόπουλου, μ΄ όλο που τα πιτσιρίκια, κάθε τόσο και πολύ μυστικά, πασχίζουν να τα κάνουν να το ξαναπούν.

Πηγή: neraidokyklos.gr